Σύνταξη από
Roger G. Pertwee
Institute of Medical Sciences University of Aberdeen, UK
Πρόλογος: Πέρα από την THC και το ανανδαμίδιο
Ένα από τα πιο ελκυστικά χαρακτηριστικά της επιστημονικής έρευνας είναι η υπόσχεση της ανακάλυψης απροσδόκητων νέων πτυχών του περιβάλλοντός μας ή ακόμα και του κόσμου μας.
Ο αρχικός στόχος της έρευνας για την κάνναβη ήταν, όπως αυτή για την μορφίνη περίπου έναν αιώνα νωρίτερα, να εντοπιστεί η δραστική ουσία και να διατεθεί για βιολογικές και κλινικές έρευνες. Πράγματι, αυτού του είδους η έρευνα, που είχε ξεκινήσει στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, κορυφώθηκε στη δεκαετία του ‘60 και στις αρχές της δεκαετίας του ‘70 με την αποσαφήνιση της χημείας συγκεκριμένων συστατικών της κάνναβης, τα οποία ονομάστηκαν κανναβινοειδή. Αν και πολλές δεκάδες φυτικά κανναβινοειδή είναι πλέον γνωστά, παραδόξως, υπάρχει ουσιαστικά μόνο μία ένωση, η δέλτα-9-τετραϋδροκανναβινόλη (THC), η οποία προκαλεί τα τυπικά αποτελέσματα της “ευφορικής” κάνναβης, αν και άλλες, όπως η κανναβιδιόλη (CBD), τροποποιούν τη δραστηριότητά της. Απροσδόκητα, το συναρπαστικό έπος της έρευνας για τα κανναβινοειδή δεν τελείωσε εδώ, αλλά οδήγησε σε περαιτέρω ανακαλύψεις ευρύτερης σημασίας. Η THC αποδείχθηκε ότι ήταν αγωνιστής σε δύο σημαντικούς νέους υποδοχείς, οι οποίοι είχαν τους δικούς τους ενδογενείς αγωνιστές – το ανανδαμίδιο και την 2-αραχιδονοϋλ-γλυκερόλη (2-AG). Αυτά τα ενδοκανναβινοειδή έχουν πολύπλοκα μονοπάτια βιοσύνθεσης και αποδόμησης. Αυτό το περίτεχνο νέο βιοχημικό σύστημα, που ονομάστηκε κατάλληλα ως το ενδοκανναβινοειδές σύστημα, έχει αποδειχθεί ότι είναι κεντρικής σημασίας στη φυσιολογία. Έχει τόσο άμεσες βιολογικές επιδράσεις όσο και επιδράσεις που οφείλονται στη διαμόρφωση άλλων συστημάτων νευροδιαβιβαστών. Στην πραγματικότητα, τα ενδοκανναβινοειδή συντίθενται, όταν και όπου χρειάζεται, στην μετασύναψη και μετακινούνται στην προσύναψη, όπου επηρεάζουν την απελευθέρωση πολλών από τους κύριους γνωστούς νευροδιαβιβαστές (Howlett et al. 2002, Pertwee et al. 2010).
Το παρόν βιβλίο, που επιμελήθηκε ο Roger Pertwee, ένας από τους πρώτους πρωτοπόρους στο πεδίο, παρουσιάζει μια εικόνα των γνώσεών μας για το πεδίο των ενδοκανναβινοειδών, με έμφαση στα κύρια βιολογικά συστήματα στα οποία εμπλέκονται τα ενδοκανναβινοειδή, με μέρη που αφορούν ευρύ φάσμα θεμάτων, που εκτείνονται από την ιστορία και τον διεθνή έλεγχο, μέσω της χημείας και της φαρμακολογίας, έως την κλινική χρήση και την κλινική υπόσχεση. Τονίζονται οι ρόλοι του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος σε πολλούς κεντρικούς φυσιολογικούς μηχανισμούς. Μας δίνει μια σχεδόν πλήρη εικόνα της σημερινής κατάστασης της γνώσης. Αλλά μια τελική ολοκληρωμένη εικόνα δεν είναι ποτέ δυνατή. Υπάρχουν ήδη μικροσκοπικά κομμάτια δημοσιευμένων, ανεξήγητων γεγονότων, τα οποία προφανώς θα ανοίξουν νέες προοπτικές για τις οποίες δεν γνωρίζουμε πλήρως σήμερα.
Δύο μόνο παραδείγματα:
Τα ενδοκανναβινοειδή και τα συνθετικά μόρια που δρουν μέσω του κανναβινοειδούς υποδοχέα τύπου 2 (CB2) έχει αποδειχθεί ότι επηρεάζουν μεγάλο αριθμό παθολογικών καταστάσεων – καρδιαγγειακές, νευροεκφυλιστικές, αναπαραγωγικές, γαστρεντερικές, στο ήπαρ, στους πνεύμονες, σκελετικές, ακόμη και ψυχιατρικές και καρκινικές παθήσεις. Αυτός ο υποδοχέας λειτουργεί σε συνδυασμό με το ανοσοποιητικό σύστημα και πιθανώς με διάφορα άλλα φυσιολογικά συστήματα. Φαίνεται ότι ο υποδοχέας CB2 είναι μέρος μιας κύριας γενικής προστατευτικής οντότητας. Γνωρίζουμε, φυσικά, ότι το σώμα των θηλαστικών έχει ένα εξαιρετικά ανεπτυγμένο ανοσοποιητικό σύστημα, του οποίου ο κύριος ρόλος είναι να προστατεύει από την επίθεση πρωτεϊνών και να αποτρέπει, να μειώνει ή να επισκευάζει πιθανούς τραυματισμούς. Είναι αδιανόητο ότι μέσω της εξέλιξης δεν έχουν αναπτυχθεί ανάλογα βιολογικά προστατευτικά συστήματα ενάντια στις μη πρωτεϊνικές επιθέσεις. Ο Pál Pacher και εγώ είχαμε θέσει προηγουμένως την υποθετική ερώτηση: “Υπάρχουν μηχανισμοί μέσω των οποίων το σώμα μας μειώνει τη βλάβη που προκαλείται από διάφορους τύπους νευρωνικών καθώς και μη νευρωνικών προσβολών; Η απάντηση είναι φυσικά θετική. Μέσω της εξέλιξης έχουν εξελιχθεί πολλοί προστατευτικοί μηχανισμοί για την πρόληψη και τον περιορισμό του τραυματισμού των ιστών. Πιστεύουμε ότι η σηματοδότηση λιπιδίων μέσω των υποδοχέων CB2 είναι μέρος ενός τέτοιου προστατευτικού μηχανισμού και η διέγερση των υποδοχέων CB2 οδηγεί κυρίως σε αλληλουχίες δραστηριοτήτων προστατευτικής φύσης” (Pacher and Mechoulam, 2011).
Εκτός από το ανανδαμίδιο και την 2-AG υπάρχουν πολλές δεκάδες, πιθανώς εκατοντάδες, χημικά σχετικές ενώσεις στον εγκέφαλο και πιθανώς στην περιφέρεια. Είναι ως επί το πλείστον αμίδια λιπαρών οξέων αμινοξέων (FAAAs) ή αιθανολαμινών ή εστέρες γλυκερίνης λιπαρών οξέων. Πριν από περισσότερα από 50 χρόνια ο Godel, στο φιλοσοφικό του έργο, πρότεινε ότι τα πάντα στον κόσμο έχουν νόημα, κάτι που είναι ανάλογο με την αρχή ότι όλα έχουν μια αιτία, στην οποία βασίζεται το μεγαλύτερο μέρος της επιστήμης. Σε αυτή την γραμμή σκέψης: παίζουν αυτές οι ενώσεις φυσιολογικό ρόλο; Αυτά τα συστατικά που έχουν αξιολογηθεί δεν συνδέονται με τους κανναβινοειδείς υποδοχείς, αλλά διαθέτουν διάφορες δραστηριότητες. Έτσι, η αραχιδονυλική σερίνη είναι αγγειοδιασταλτική και μειώνει την εγκεφαλική βλάβη. Η αραχιδονοϋλογλυκίνη είναι αντιερεθιστική. Η αραχιδονοϋλ-ντοπαμίνη επηρεάζει τη συναπτική μετάδοση στους ντοπαμινεργικούς νευρώνες. Η ελαιολική σερίνη είναι αντιοστεοπορωτική. Το παλμιτοϋλοαιθανολαμίδιο είναι αντιφλεγμονώδες κλπ., κλπ. Πολυάριθμες εργασίες έχουν δείξει ότι σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις τα επίπεδα του ανανδαμιδίου και της 2-AG τροποποιούνται και πρόσφατα τα επίπεδα ορισμένων από τις FAAA και σχετικές ενώσεις των τύπων που μόλις αναφέρθηκαν επίσης φαίνεται να αλλάζουν. Μπορούμε να ακολουθήσουμε αυτές τις αλλαγές για να διαγνώσουμε έγκαιρα νευρολογικές και άλλες παθήσεις; Αυτό το σύμπλεγμα ενώσεων επηρεάζει τις φυσιολογικές και ψυχολογικές μας αντιδράσεις, τις διαθέσεις μας ή και, ακόμα, συμβάλλει στην προσωπικότητά μας; Η Linda Parker και εγώ (Mechoulam and Parker 2013) είχαμε υποθέσει στο παρελθόν ότι “Είναι δελεαστικό να υποθέσουμε ότι η τεράστια πιθανή μεταβλητότητα των επιπέδων και των αναλογιών των ουσιών σε ένα τέτοιο σύμπλεγμα ενώσεων μπορεί να επιτρέψει έναν άπειρο αριθμό μεμονωμένων διαφορών, ακατέργαστη ουσία που φυσικά σμιλεύεται από την εμπειρία. Οι γνωστές παραλλαγές των γονιδίων CB1 και FAAH μπορεί επίσης να παίζουν ρόλο σε αυτές τις διαφορές. Εάν αυτή η διανοητική εικασία αποδειχθεί ότι έχει κάποια τεκμηριωμένη βάση, μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές προόδους στην μοριακή ψυχολογία”.
Υποθέτω ότι το ενδοκανναβινοειδές σύστημα επιφυλάσσει ακόμα αρκετές εκπλήξεις. Πιστεύω ότι θα έχουμε την απόλαυση ότι σύντομα θα τις μάθουμε.
R. Mechoulam
Institute for Drug Research Hebrew University,
Medical Faculty
Jerusalem, Israel
Πρόλογος
Οι φαρμακολογικές επιδράσεις της κάνναβης έχουν χρησιμοποιηθεί για περισσότερα από 4.800 χρόνια για ψυχαγωγικούς, ιατρικούς ή θρησκευτικούς σκοπούς. Ωστόσο, έχουν περάσει λιγότερο από 100 χρόνια από τότε που εντοπίστηκαν οι χημικές ουσίες της κάνναβης που είναι υπεύθυνες για την παραγωγή ορισμένων από τις επιδράσεις της και τις φαρμακολογικές δράσεις ορισμένων από αυτές τις χημικές ουσίες. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη πρόοδος ήταν η ανακάλυψη ότι η κάνναβη είναι η πηγή μιας οικογένειας τουλάχιστον 104 ενώσεων που είναι τώρα γνωστές ως φυτοκανναβινοειδή, ότι μία από αυτές τις ενώσεις είναι η δέλτα-9-τετραϋδροκανναβινόλη (THC) και ότι αυτό είναι το κύριο ψυχοδραστικό συστατικό της κάνναβης. Εξίσου σημαντική ήταν η αποσαφήνιση της χημικής δομής της THC, η χημική της σύνθεση, ο φαρμακολογικός χαρακτηρισμός της και η ανακάλυψη στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 ότι παράγει πολλά από τα αποτελέσματα της ενεργοποιώντας έναν υποδοχέα συζευγμένου με πρωτεΐνη G που είναι τώρα γνωστός ως κανναβινοειδής υποδοχέας CB1. Είναι σημαντικό ότι αυτά τα κύρια ευρήματα ακολούθησε η ανακάλυψη στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, πρώτον, ότι οι ιστοί μας παράγουν χημικές ουσίες που ονομάζονται ενδοκανναβινοειδή που ενεργοποιούν αυτόν τον υποδοχέα, δεύτερον ότι ένας άλλος κανναβινοειδής υποδοχέας, ο CB2, ενεργοποιείται επίσης από την THC και από τα ενδοκανναβινοειδή και τρίτον ότι αυτό το “ενδοκανναβινοειδές σύστημα” κανναβινοειδών υποδοχέων και ενδογενών αγωνιστών ρυθμίζει τα ανεπιθύμητα συμπτώματα ή ακόμα και την εξέλιξη ορισμένων διαταραχών, συχνά με “αυτοπροστατευτικό” τρόπο. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι δύο φάρμακα που βρέθηκαν στην συνέχεια να ενεργοποιούν τον υποδοχέα CB1 έλαβαν για πρώτη φορά άδεια χρήσης ως φάρμακα λίγα χρόνια πριν από την ανακάλυψη αυτού του υποδοχέα. Αυτά είναι το nabilone (Cesamet®), ένα συνθετικό κανναβινοειδές παρόμοιο με την THC που δεν υπάρχει όμως στην κάνναβη και η συνθετική THC, γνωστό ως dronabinol (Marinol®). Η ανακάλυψη του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος ενθάρρυνε ξανά το ενδιαφέρον επιστημόνων, κλινικών γιατρών, χρηματοδοτών έρευνας και φαρμακευτικών εταιρειών για την κάνναβη και τα κανναβινοειδή. Το ίδιο έκανε και ένας αυξανόμενος αριθμός αναφορών την δεκαετία του ‘90, για παράδειγμα, στον Τύπο, σχετικά με τα ευεργετικά αποτελέσματα της αυτοθεραπείας με κάνναβη, ιδιαίτερα για την πολλαπλή σκλήρυνση (Crowther et al. 2010).
Αυτό το “Handbook of Cannabis” (Εγχειρίδιο της Κάνναβης) χωρίζεται σε έξι μέρη, το πρώτο από τα οποία ξεκινά με μια λεπτομερή περιγραφή των γνωστών χημικών δομών πολλών από τα συστατικά της κάνναβης. Το Μέρος 1 συνεχίζει, πρώτα με ένα κεφάλαιο που περιλαμβάνει μια ιστορική περιγραφή του πώς και γιατί η κάνναβη έχει χρησιμοποιηθεί για πολλούς αιώνες ως φάρμακο και στην συνέχεια με ένα κεφάλαιο που συζητά τους περίπλοκους εθνικούς και διεθνείς κανονισμούς που αντιμετωπίζουν όσοι επιθυμούν να αυτοχορηγήσουν κάνναβη για ψυχαγωγικούς ή ιατρικούς σκοπούς ή για την παροχή είτε κάνναβης είτε μεμονωμένων φυτοκανναβινοειδών ως φάρμακα. Αυτή η εναρκτήρια ενότητα ολοκληρώνεται με δύο κεφάλαια σχετικά με τα φυτά κάνναβης, το ένα περιγράφει την σύνθετη μορφολογία, την καλλιέργεια, την συγκομιδή και την επεξεργασία αυτών των φυτών και το άλλο τον βαθμό στον οποίο η χημική τους σύνθεση μπορεί να τροποποιηθεί με την αναπαραγωγή συγκεκριμένων γονότυπων.
Το Μέρος 2 παρουσιάζει τις τρέχουσες γνώσεις σχετικά με τις κύριες φαρμακολογικές δράσεις και επιδράσεις των συστατικών της κάνναβης όταν αυτά χορηγούνται οξεία ή επανειλημμένα. Οι δράσεις και τα αποτελέσματα που περιγράφονται περιλαμβάνουν την ενεργοποίηση ή τον αποκλεισμό κανναβινοειδών υποδοχέων ή/και άλλων σημαντικών φαρμακολογικών στόχων και την παραγωγή σημαντικών αλλαγών στην λειτουργία πολλών μεγάλων φυσιολογικών συστημάτων και διαδικασιών. Αυτή η ενότητα τελειώνει με μια περιγραφή της φαρμακοκινητικής, του μεταβολισμού και της ιατροδικαστικής ανίχνευσης των φυτοκανναβινοειδών.
Το Μέρος 3 επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο η κάνναβη, τα μεμονωμένα φυτοκανναβινοειδή και τα συνθετικά κανναβινοειδή χρησιμοποιούνται επί του παρόντος για την θεραπεία ορισμένων διαταραχών, είτε ως εγκεκριμένα φάρμακα που εκτός από το Cesamet® και το Marinol® περιλαμβάνουν πλέον το φάρμακο με βάση την κάνναβη (απομονωμένα κανναβινοειδή), το Sativex®, είτε μέσω αυτοθεραπείας με κάνναβη που καλλιεργείται από ασθενείς ή αγοράζεται από αυτούς, παράνομα από εμπόρους ναρκωτικών ή “νόμιμα” από τα “coffee shops” ή τα ειδικά καταστήματα διάθεσης κάνναβης (dispensaries).
Το Μέρος 4 περιγράφει τις φαρμακολογικές δράσεις και επιδράσεις που φαίνεται να αποτελούν την βάση των εγκεκριμένων θεραπευτικών χρήσεων των συνθετικών αγωνιστών κανναβινοειδών υποδοχέων ή των φυτικών κανναβινοειδών ως εγκεκριμένων φαρμάκων: η βελτίωση με το Cesamet® και το Marinol® της ναυτίας και του εμέτου, από το Marinol® της ανορεξίας και της καχεξίας και από το Sativex® τόσο του καρκινικού πόνου όσο και του πόνου, των σπασμών και την σπαστικότητα της πολλαπλής σκλήρυνσης.
Το Μέρος 5 αποτελείται από μια ομάδα κεφαλαίων που προσδιορίζει έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό πιθανών, νέων, ευρέος φάσματος κλινικών εφαρμογών για φυτοκανναβινοειδή που είναι γνωστό ότι αλληλεπιδρούν με κανναβινοειδείς υποδοχείς ή/και με άλλους φαρμακολογικούς στόχους. Αυτές οι πιθανές εφαρμογές περιλαμβάνουν την διαχείριση της σχιζοφρένειας, του άγχους, των διαταραχών της διάθεσης και του ύπνου, των νευροεκφυλιστικών διαταραχών όπως η Νόσος του Parkinson, του Huntington και του Alzheimer και της αμυοτροφικής πλάγιας/πλευρικής σκλήρυνσης (ALS), ορισμένων ειδών επιληψίας, καρδιαγγειακές, μεταβολικές, ηπατικές και νεφρικές, φλεγμονώδεις διαταραχές, δερματικές διαταραχές όπως η ψωρίαση, επίσης παθήσεις των ματιών όπως το γλαύκωμα, η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας και η ραγοειδίτιδα, των ελλειμμάτων των οστών και πολλών ειδών καρκίνου.
Το τελευταίο μέρος, Μέρος 6, στρέφεται στο περίπλοκο ζήτημα της “κάνναβης για αναψυχή”. Τα δύο πρώτα κεφάλαιά του προσδιορίζουν τις περιζήτητες επιπτώσεις της κάνναβης όταν λαμβάνεται για ψυχαγωγικούς σκοπούς και υποδεικνύουν πώς η κάνναβη μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ψυχική υγεία και την ψυχική απόδοση, ιδιαίτερα στους εφήβους, για παράδειγμα, αυξάνοντας τον κίνδυνο εμφάνισης σχιζοφρένειας και προκαλώντας ένα είδος που μπορεί θεωρηθεί ως εξάρτηση ή εθισμός. Αναφέρεται επίσης η ανακάλυψη ότι η διαταραχή τόσο της ψυχικής υγείας όσο και της ψυχικής απόδοσης από την κάνναβη μπορεί να μειωθεί από ένα από τα μη ψυχοδραστικά φυτοκανναβινοειδή συστατικά της. Το τρίτο κεφάλαιο στο Μέρος 6 προχωρά στην περιγραφή των κυριότερων μη ψυχολογικών δυσμενών επιπτώσεων της κάνναβης, συμπεριλαμβανομένων των ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών επιδράσεων και των κινδύνων που συνδέονται με το κάπνισμα κάνναβης. Αυτό το κεφάλαιο εξετάζει επίσης τον βαθμό στον οποίο η απαγόρευση της κάνναβης βλάπτει όχι μόνο τους χρήστες κάνναβης, ειδικότερα, αλλά και την κοινωνία γενικότερα. Το επόμενο κεφάλαιο αυτής της ενότητας περιγράφει επίσης τις κύριες βλάβες που προκύπτουν από την ψυχαγωγική λήψη κάνναβης και από τις τρέχουσες πολιτικές που στοχεύουν στη ρύθμιση της χρήσης κάνναβης. Εξετάζει επίσης πώς θα μπορούσαν να ελαχιστοποιηθούν αυτές οι βλάβες και, στην συνέχεια, απαριθμεί ένα σύνολο ερωτήσεων, οι απαντήσεις στις οποίες αναμένεται να διευκολύνουν την ελαχιστοποίηση της βλάβης. Το Εγχειρίδιο τελειώνει με ένα κεφάλαιο σχετικά με την εμφάνιση ως ψυχαγωγικών ουσιών των συνθετικών αγωνιστών κανναβινοειδών υποδοχέων γνωστών ως σχεδιασμένες κανναβινοειδείς ουσίες, εξετάζει εάν κάποιο από αυτά τα φάρμακα είναι πιο επιβλαβή από την κάνναβη ή την THC, περιγράφει την ιατροδικαστική ανίχνευση τους και συζητά τους περιορισμούς του ελέγχου από την τρέχουσα νομοθεσία.
Είναι σαφές από τα περιεχόμενα αυτού του Εγχειριδίου ότι έχει ήδη σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην κατανόηση τόσο του τρόπου με τον οποίο η κάνναβη και ορισμένα από τα συστατικά της παράγουν ευεργετικές ή βλαβερές επιδράσεις στον εγκέφαλο ή σε άλλα όργανα και ιστούς, καθώς και ότι τα ευεργετικά αποτελέσματα μπορούν να αξιοποιηθούν θεραπευτικά με αποδεκτές αναλογίες οφέλους προς κίνδυνο. Ωστόσο, είναι επίσης σαφές ότι υπάρχουν ακόμη πολλές σημαντικές ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν, μόνο δύο από τις οποίες είναι η ανάγκη να χαρακτηριστεί πληρέστερα η φαρμακολογία των πολλών φυτοκανναβινοειδών και μη φυτοκανναβινοειδών συστατικών της κάνναβης και η ανάγκη εντοπισμού και στην συνέχεια αξιοποίησης των καλύτερων νέων θεραπευτικών εφαρμογών για φάρμακα με βάση την κάνναβη.
Τέλος, αυτό το βιβλίο δεν θα ήταν πλήρες χωρίς μια αναγνώριση στους πολλούς επιφανείς επιστήμονες, κλινικούς γιατρούς και ειδικούς στην ρύθμιση των φαρμάκων που συνέβαλαν σε αυτό κατά τους μήνες του βόρειου χειμώνα, της άνοιξης ή του καλοκαιριού του 2013. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι πολλοί επιστήμονες των κανναβινοειδών έχουν σταθεί στους ώμους ενός συγκεκριμένου γίγαντα στον τομέα της έρευνας για τα κανναβινοειδή: του Raphael Mechoulam, του συγγραφέα του προλόγου αυτού του Εγχειριδίου. Ήταν αυτός που ξεκαθάρισε για πρώτη φορά την δομή της THC πριν από 50 χρόνια (Gaoni and Mechoulam 1964) και ο οποίος, εκτός από τα πολλά άλλα επιτεύγματά του έκτοτε, ηγήθηκε της έρευνας που κατέληξε στην ανακάλυψη των ενδοκανναβινοειδών, αρχικά με την μορφή του ανανδαμιδίου (Devane et al. 1992) και ως εκ τούτου στην ανακάλυψη του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος.
Περιεχόμενα
Μέρος 1. Συστατικά, ιστορία, διεθνής έλεγχος, καλλιέργεια και φαινότυποι της κάνναβης, Ethan B. Russo
- 1. Συστατικά του φυτού Cannabis Sativa, Mahmoud ElSohly and Waseem Gul
- 2. Η φαρμακολογική ιστορία της κάνναβης, Ethan B. Russo
- 3. Διεθνής έλεγχος της κάνναβης, Alice P. Mead
- 4. Horticulture στην κάνναβη, David J. Potter
- 5. Οι χημικοί φαινότυποι (χημειότυποι) της κάνναβης, Etienne de Meijer
Μέρος 2. Φαρμακολογία, φαρμακοκινητική, μεταβολισμός και ιατροδικαστική, Roger G. Pertwee
- 6. Γνωστές φαρμακολογικές δράσεις της δέλτα-9-τετραϋδροκανναβινόλης και τεσσάρων άλλων χημικών συστατικών της κάνναβης που ενεργοποιούν τους κανναβινοειδείς υποδοχείς, Roger G. Pertwee and Maria Grazia Cascio
- 7. Γνωστές φαρμακολογικές δράσεις εννέα μη ψυχοτρόπων φυτοκανναβινοειδών, Maria Grazia Cascio and Roger G. Pertwee
- 8. Επιδράσεις των φυτοκανναβινοειδών στην νευροδιαβίβαση στο κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα, Bela Szabo
- 9. Κανναβινοειδή και εθισμός, Eliot L. Gardner
- 10. Επιδράσεις των φυτοκανναβινοειδών στο άγχος, την διάθεση και το ενδοκρινικό σύστημα, Sachin Patel, Matthew N. Hill and Cecilia J. Hillard
- 11. Φυτοκανναβινοειδή και καρδιαγγειακό σύστημα, Saoirse E. O’Sullivan
- 12. Φυτοκανναβινοειδή και γαστρεντερικό σύστημα, Marnie Duncan and Angelo A. Izzo
- 13. Αναπαραγωγή και Κανναβινοειδή: Τα πάνω και τα κάτω, τα μέσα και τα έξω, Jordyn M. Stuart, Emma Leishman and Heather B. Bradshaw
- 14. Φυτοκανναβινοειδή και ανοσοποιητικό σύστημα, Guy A. Cabral, Erinn S. Raborn and Gabriela A. Ferreira
- 15. Μη φυτοκανναβινοειδή συστατικά της κάνναβης και η συνέργεια με βότανα, John M. McPartland and Ethan B. Russo
- 16. Φαρμακοκινητική κανναβινοειδών και διάθεση σε εναλλακτικές μήτρες, Marilyn A. Huestis and Michael L. Smith
Μέρος 3. Φαρμακευτική Κάνναβη και Κανναβινοειδή: Κλινικά δεδομένα, Ethan B. Russo
- 17. Αυτοθεραπεία με κάνναβη, Arno Hazekamp and George Pappas
- 18. Διανομή Κάνναβης: Από τα coffee shops στα ειδικά καταστήματα διάθεσης κάνναβης, Amanda Reiman
- 19. Ανάπτυξη Φαρμάκων με Βάση την Κάνναβη: Ρυθμιστικά εμπόδια/ διαδρομές στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, Alison Thompson and Verity Langfield
- 20. Εγκεκριμένα Φάρμακα με Βάση την Κάνναβη: Οφέλη και κίνδυνοι, Stephen Wright and Geoffrey Guy
- 21. Συνθετικά ψυχοδραστικά κανναβινοειδή με άδεια χρήσης ως φάρμακα, Mark A. Ware
- 22. Κανναβινοειδή στην Κλινική Πρακτική: Μια προοπτική του Ηνωμένου Βασιλείου, William Notcutt and Emily L. Clarke
Μέρος 4. Εγκεκριμένοι Θεραπευτικοί Στόχοι για Φυτοκανναβινοειδή: Προκλινική φαρμακολογία, Marnie Duncan
- 23. Επίδραση των φυτοκανναβινοειδών στη ναυτία και τον έμετο, Erin M. Rock, Martin A. Sticht and Linda A. Parker
- 24. Καθιερωμένες και αναδυόμενες έννοιες της δράσης κανναβινοειδών στην πρόσληψη τροφής και η πιθανή εφαρμογή τους στην θεραπεία της ανορεξίας και της καχεξίας, Luigia Cristino and Vincenzo Di Marzo
- 25. Πόνος, Barbara Costa and Francesca Comelli
- 26. Κάνναβη και πολλαπλή σκλήρυνση, Gareth Pryce and David Baker
- Μέρος 5. Μερικοί πιθανοί θεραπευτικοί στόχοι για τα φυτοκανναβινοειδή, Marnie Duncan
- 27. Νευροεκφυλιστικές διαταραχές εκτός της πολλαπλής σκλήρυνσης, Javier Fernández-Ruiz, Eva de Lago, María Gómez-Ruiz, Concepción García, Onintza Sagredo and Moisés García-Arencibia
- 28. Κανναβιδιόλη/ Φυτοκανναβινοειδή: Μια νέα ευκαιρία για την θεραπεία της σχιζοφρένειας;, Daniela Parolaro, Erica Zamberletti and Tiziana Rubino
- 29. Φυτοκανναβινοειδή ως νέοι θεραπευτικοί παράγοντες για τις διαταραχές ύπνου, Eric Murillo-Rodríguez, Lisa Aguilar-Turton, Stephanie Mijangos-Moreno, Andrea Sarro-Ramírez and Óscar Arias-Carrión
- 30. Κάνναβη και επιληψία, Claire M. Williams, Nicholas A. Jones and Benjamin J. Whalley
- 31. Καρδιαγγειακές, μεταβολικές, ηπατικές, νεφρικές και φλεγμονώδεις διαταραχές, Pál Pacher and George Kunos
- 32. Φυτοκανναβινοειδή και δερματικές διαταραχές, Sergio Oddi and Mauro Maccarrone
- 33. Φυτοκανναβινοειδή σε Εκφυλιστικές και Φλεγμονώδεις Παθήσεις του Αμφιβληστροειδούς: Γλαύκωμα, ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια και ραγοειδίτιδα, Heping Xu and Augusto Azuara-Blanco
- 34. Το οστό ως στόχος για την θεραπεία με κανναβινοειδή, Itai Bab
- 35. Καρκίνος, Guillermo Velasco, Cristina Sánchez and Manuel Guzmán
Μέρος 6. Ψυχαγωγική Κάνναβη: Περιζήτητες επιπτώσεις, ανεπιθύμητες παρενέργειες, επώνυμες ουσίες και ελαχιστοποίηση της βλάβης, Wayne Hall
- 36. Επιθυμητές και ανεπιθύμητες επιδράσεις της κάνναβης στον ανθρώπινο νου και την ψυχολογική ευεξία, H. Valerie Curran and Celia J.A. Μόργκαν
- 37. Ψυχαγωγική Κάνναβη: Ο κίνδυνος της σχιζοφρένειας, Paul D. Morrison, Sagnik Bhattacharyya and Robin M. Murray
- 38. Μη ψυχολογικές ανεπιθύμητες παρενέργειες, Franjo Grotenhermen
- 39. Πολιτικές μείωσης της βλάβης για την κάνναβη, Wayne Hall and Louisa Degenhardt
- 40. Σχεδιασμένα Κανναβινοειδή Φάρμακα: Επιδράσεις και ιατροδικαστική, Brian F. Thomas, Jenny L. Wiley, Gerald T. Pollard and Megan Grabenauer
(το βιβλίο σε μορφή αρχείου PDF)
