The Last Pirate – A father, his son, and the golden age of marijuana (2014) [Ο τελευταίος πειρατής – Ένας πατέρας, ο γιος του και η χρυσή εποχή της κάνναβης]

A Memoir

(Απομνημονεύματα)

Tony Dokoupil

Πρόλογος

Digging Holes (Σκάβοντας τρύπες)

Albuquerque, New Mexico, 1988

Η μητέρα μου με έβαλε στο κρεβάτι, άλλαξε ρούχα και βγήκε έξω για να βρει ένα φτυάρι. Έψαξε την περίμετρο του σπιτιού, μιας έπαυλης στα βουνά έξω από το Αλμπουκέρκι και πήγε σε ένα σημείο κοντά στα θεμέλια, λίγα βήματα από ένα γέρικο πεύκο. Σταμάτησε εκεί, σαν να βρίσκονταν ανάμεσα στην τωρινή εποχή της ζωής μας και στην επόμενη, κοιτάζοντας επιφυλακτικά προς την γραμμή των δέντρων. Σε μια χωρίς σύννεφα νοτιοδυτική νύχτα, τα αστέρια ρίχνουν αρκετό φως για να διαβάσει κάποιος μια εφημερίδα και η μητέρα μου μπορούσε να δει τριγύρω ότι ήταν όντως μόνη της.

Έσπρωξε την μύτη του φτυαριού στο έδαφος και έβγαλε το χώμα.

Τίποτα.

Έσπρωξε ξανά την μύτη του φτυαριού στο έδαφος.

Τίποτα.

Ήταν σχεδόν στα σαράντα της τότε, ακόμα νέα, με χρυσά ψάθινα μαλλιά, κομψή, ούτε χοντρή ούτε αδύνατη, με ένα φρέσκο λίγο σκούρο σαν χρυσαφένιο χρώμα στο δέρμα της.

Μετά από περίπου ένα μέτρο που έσκαψε προς τα κάτω, το χώμα ήταν λίγο πιο σκούρο από το χώμα της επιφάνειας και ένιωσε κάτι σαν μια αλλαγή στον αέρα. Σάρωσε τον ορίζοντα για μια τελευταία φορά να δει αν όντως ήταν μόνη, σημάδεψε με το φτυάρι και πάτησε δυνατά. Γύρισε το χώμα και είδε τα πρώτα λευκά κομμάτια από αυτό που ήταν ένα μεγάλο ψυγείο από φελιζόλ, όχι περισσότερο από ένα μέτρο βαθιά θαμμένο στο χώμα.

Η μητέρα μου έβγαλε το καπάκι. Μέσα πλαστικά σακουλάκια, δεκάδες από αυτά. Ήταν γεμάτα με κάτι που έμοιαζε τυλιγμένα χαρτιά σκουρόχρωμα από έξω. Για μια στιγμή νόμιζε ότι τα ζωύφια είχαν μασήσει το περιεχόμενο, κάτι που όντως γινόταν μερικές φορές, αλλά όταν άνοιξε ένα από αυτά και μετά και μετά ένα άλλο και ένα άλλο, βρήκε αυτό που περίμενε. Κάθε σακουλάκι είχε μέσα 5.000 δολάρια τυλιγμένα, λίγο ταλαιπωρημένα αλλά ακόμα χρησιμοποιήσιμα και υπήρχαν σακουλάκια τόσο βαθιά όσο μπορούσε να φτάσει το χέρι της.

Το επόμενο πρωί η μητέρα μου κάθισε πίσω από το τιμόνι του νοικιασμένου μας αυτοκινούμενου τροχόσπιτου για να οδηγήσει για δύο χιλιάδες μίλια μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι στο Μαϊάμι. Ήμουν επτά ετών, φορώντας ένα καπέλο για να με προστατεύει από τον καλοκαιρινό ήλιο, υπεύθυνος για να αλλάζω τους σταθμούς στο ραδιόφωνο και για να γεμίζω το μπολ με νερό για τον Captain, το μαύρο σκυλί μας. Ταξιδέψαμε πολλά μίλια εκείνο τον καιρό, εγώ και η μητέρα μου.

Πήγαμε στην περιοχή Redland της Φλόριντα για να πάρουμε πίσω ένα ζευγάρι συλλεκτικά αυτοκίνητα, τα οποία η μαμά είχε δανείσει στους παραγωγούς του Miami Vice. Πήγαμε στο Λονγκ Άιλαντ κυνηγώντας και άλλα τέτοια ψυγεία γεμάτα με μετρητά που ήταν θαμμένα πίσω από ένα σπίτι στα προάστια του I-495. Αλλά μακράν το πλουσιότερο έπαθλο μας ήταν αυτό στο Αλμπουκέρκι, μισό εκατομμύριο δολάρια ήταν εκεί στην πλαγιά ενός λόφου στο σπίτι του ξαδέρφου μου. Σίγουρα, η μητέρα μου αγαπούσε τον ανοιχτό δρόμο. Ήξερε επίσης ότι δεν μπορούσε κάποιος να έχει μαζί του περισσότερα από 10.000$ για να ταξιδέψει με αεροπλάνο χωρίς να το πει στις αρχές.

Ο άντρας που έθαψε αυτά τα χρήματα άρχισε να τα μαζεύει στα είκοσί του, πουλώντας μερικές σακούλες με κάνναβη. Μέχρι τα είκοσί του, πουλούσε τούβλα από μεξικάνικη κάνναβη κάθε Σαββατοκύριακο, μερικές φορές από το παράθυρο ενός παγωτατζίδικου Good Humor. Μέχρι τα τριάντα του, διακινούσε εκατοντάδες κιλά το μήνα στο πορτμπαγκάζ μιας παλιάς Buick, διασχίζοντας τις μεσο-Ατλαντικές πολιτείες υπό το πρόσχημα της παράδοσης εισιτηρίων για συναυλίες. Όταν είχε εξοικονομήσει αρκετά χρήματα, πέταξε στο Μαϊάμι, απρόσκλητος και μόνος, για να χτυπήσει την πόρτα ενός πρώην μηχανικού αυτοκινήτων που εισήγαγε τόνους κολομβιανής κάνναβης. Εκεί παρουσίασε τον εαυτό του ως τον πιο αξιόπιστο έμπορο / διακινητή της μαύρης αγοράς στην Ανατολική Ακτή “the best there is from box to box” (που σημαίνει ναρκωτικά σε μετρητά). Οδηγούσε τροχόσπιτα γεμάτα κάνναβη έξω από το Key West, εξασφάλισε ένα στόλο φορτηγών από την Νέα Αγγλία και άρχισε να μεταφέρει κάνναβη από ολόκληρα στρέμματα καλλιέργειας στην βουνοκορφή της Νότιας Αμερικής μέχρι τον I-95, ως ένα είδος “reefer express”.

Ήταν τα τέλη της δεκαετίας του ‘70, πρέπει να προσθέσω, που ήταν επίσης περίπου την ίδια εποχή που αποφάσισε να κάνει οικογένεια. Έγινε πατέρας την χρονιά που είχε φτάσει να διακινεί φορτία των δέκα και είκοσι χιλιάδων λιβρών κάνναβης, που τα μετέφερε με φορτηγά και ρυμουλκά από ένα άκρο της βορειοανατολικής άκρης της Κολομβίας σε ιστιοπλοϊκά κοντά στις Παρθένες Νήσους και τελικά σε χονδρεμπόρους της Νέας Υόρκης, σε αγορές διακοπών και σε κολεγιουπόλεις κατά μήκος της ανατολικής ακτής.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, έθαψε σχεδόν ένα εκατομμύριο δολάρια, επένδυσε άλλο μισό εκατομμύριο σε ένα χρυσωρυχείο της Γιούκον και ετοίμασε τα χαρτιά της απόδρασης του, για να ξεφύγει ως ένας οξυγονοκολλητής με κάρτα μέλους στο συνδικάτο και μανιώδης χρήστης του συστήματος βιβλιοθηκών Monmouth στο New Jersey. Στο αποκορύφωμά του στα μέσα της δεκαετίας του ‘80, που ήταν επίσης και η κορύφωση του Πολέμου κατά των Ναρκωτικών και μια απίστευτα δύσκολη εποχή για λαθρεμπόριο κάνναβης, κατάφερε να σπάσει τον αποκλεισμό από έναν εθνικό πανικό για ναρκωτικά, σε μια περίοδο “ξηρασίας” που περιοδικό της Νέας Υόρκης την ονόμασε ως “Reefer Sadness”. Με ένα μόνο φορτίο προμήθευε αρκετή κάνναβη για να φτάνει να καταναλώσει κάθε φοιτητής στην Αμερική και να τους στείλει σε ένα κατάστημα για σνακ λόγων τον γνωστών “munchies (λιγούρες) που προκαλεί η κατανάλωση κάνναβης.

Εκείνη την εποχή ο Old Man (ο Γέρος), όπως τον αποκαλούσαν στην επιχείρηση, διηύθυνε τις επιχειρήσεις στην πολιτεία για ένα από τα πιο επιτυχημένα κυκλώματα κάνναβης του εικοστού αιώνα. Μια καριέρα που διήρκεσε όλο το χρονικό διάστημα που μαίνονταν ο Πόλεμος κατά των Ναρκωτικών από τον Νίξον μέχρι τον Ρίγκαν, ο Γέρος και οι φίλοι του ξεγλιστρούσαν από κάθε μεγάλη επιχείρηση καταπολέμησης των ναρκωτικών. Συνολικά μετέφεραν και πούλησαν εκατοντάδες χιλιάδες λίβρες κάνναβης και ο Γέρος μοίρασε τουλάχιστον πενήντα τόνους από αυτήν, ο εφιάλτης ενός περιβαλλοντιστή με τις ποσότητες από πλαστικές σακούλες που χρειάστηκαν για κάτι τέτοιο, αρκετά μπουμπούκια για χιλιάδες εμπόρους μερικής απασχόλησης και εκατομμύρια στριφτά που καταναλώθηκαν και μοιράστηκαν ανάμεσα σε φίλους.

Κάποια στιγμή μεγάλωσε και έγινε ένας “εκατομμυριούχος της κάνναβης”, όπως ονόμαζε ο Τύπος το είδος του και ο Γέρος αποφάσισε ότι έπρεπε να αρχίσει να συμπεριφέρεται περισσότερο σαν έμπορος ναρκωτικών. Αγόρασε μια σειρά από μπλε σεντάν Mercedes, ένα σκάφος κρουαζιέρας τριάντα πέντε ποδιών και μια έκταση εκατοντάδων στρεμμάτων από παρθένο δάσος στο Μέιν, διάσπαρτο με λίμνες και σκεπασμένο από έναν θόλο γαλάζιου ουρανού. Μετακόμισε από το Κονέκτικατ στο Μαϊάμι, την Wall Street της αμερικανικής κάνναβης, όπου πλήρωσε με μετρητά για ένα σπίτι τριών υπνοδωματίων νότια της πόλης και λάτρευε τον γιο που πάντα ήθελε.

Μαζί περιηγήθηκαν στα πραγματικά πειρατικά οχυρά της Καραϊβικής και έκαναν μαξιλαρομαχίες κάτω από τις επιχρυσωμένες οροφές του ξενοδοχείου Plaza στη Νέα Υόρκη. Αλλά ίσως η πιο ευτυχισμένη περιπέτειά τους ήρθε στα τέλη του 1986, όταν η οικογένεια και οι φίλοι συγκεντρώθηκαν για ένα είδος πάρτι συνταξιοδότησης στις Παρθένες Νήσους των ΗΠΑ. Τα δύο προηγούμενα χρόνια η συμμορία είχε συνάψει τεράστιες συμφωνίες, αποδίδοντας στον Γέρο και τον συνεργάτη του ένα εκατομμύριο δολάρια.

Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν ένα απλό πάρτι συνταξιοδότησης με κέικ και κρασί, αλλά μια βδομάδα γιορτής με αποκορύφωμα μια σκούνα ογδόντα έξι ποδιών κοντά στο St. Thomas. Ο Γέρος και ο γιος του ήταν εκεί, μαζί με άλλους τρεις λαθρέμπορους, διανομείς και εμπόρους, δύο άλλα παιδιά, δύο ανύπαντρες μητέρες και μια συνοδό που έγινε φίλη (γιατί έτσι ζουν οι έμποροι ναρκωτικών). Επειδή δεν ήταν σίγουρος τι προμήθειες θα χρειάζονταν για να τροφοδοτήσει αυτή την έξοδο προς την Εδέμ, ο Γέρος μάζεψε ότι μπορούσε να περάσει κρυφά σε μια πτήση της Eastern Air Lines. Κοκαΐνη πίσω από την πόρπη της ζώνης του. Κοκαΐνη σε ρολά φιλμ. Έφερε ένα σακουλάκι με σπάνια βότανα με βαριά ονόματα όπως το Oaxaca Red. Σκέφτηκε ότι η ασφάλεια δεν θα ερευνούσε έναν άνδρα που ταξίδευε με την οικογένειά του, ακόμα κι αν ο Πρόεδρος Ρίγκαν είχε πρόσφατα “σηκώσει την σημαία της μάχης”.

Ταξίδεψαν μαζί, μια ντουζίνα άτομα έκαναν πάρτι σε ένα σκάφος σχεδιασμένο για να φιλοξενήσει σαράντα εννέα. Οι γονείς έπιναν Heinekens. Τα παιδιά χυμό πορτοκαλιού. Όλοι έτρωγαν σάντουιτς με αστακό και φιλέτα με κόκκινο λυθρίνι. Κοιμήθηκαν στο κατάστρωμα από λευκό πεύκο και διάβασαν τον Carl Hiaasen και τον Curious George στις ζεστές καμπίνες από κάτω. Τα τρία παιδιά, από έξι έως δώδεκα χρονών, πήραν εναλλάξ το τιμόνι του πλοίου. Και όταν έφτασαν σε μια από τις καταπράσινες, ακατοίκητες περιοχές γλίστρησαν από την πρύμνη και κολυμπούσαν με αναπνευστήρα ακριβώς εκεί που βουτούσαν.

Κολύμπησαν ως τα ρηχά, όπου από κάτω τους γλιστρούσαν μάντα. Και παραλίγο να γίνουν τροφή για ψάρια ή έτσι ήθελα να σκέφτονται με ενθουσιασμό όταν ένα ζευγάρι παχουλά, προϊστορικής όψης μπαρακούντα βρέθηκαν να κολυμπούν κοντά για να δουν τις χρυσές αλυσίδες και τα γυαλιστερά ρολόγια των πατεράδων μας. Όταν βγήκαν στην στεριά, τάισαν φύλλα ιβίσκου και ντάλιες σε άγρια ιγκουάνα και σύρθηκαν στα καταστρώματα παραλιακών μπαρ, όπου μεθυσμένοι και ηλιόλουστοι τουρίστες έριχναν τα ρέστα τους ανάμεσα στις σανίδες του δαπέδου.

Κάθε μέρα τελείωνε με τον ωκεανό λερωμένο με ένα μωβ χρώμα, τους άντρες να κρατούν τις κυρίες τους κοντά και τα παιδιά να μαζεύονται στην πλώρη, να ονειρεύονται ναυάγια, πειρατές και θαμμένους θησαυρούς. Ο κόσμος γύρω ήταν χωρίς όρια, όπως και το μέλλον. Όμως ο Γέρος ήταν ανήσυχος σε αυτόν τον παράδεισο. Είχε παραβιάσει έναν βασικό κανόνα των εμπόρων και είχε γίνει ο ίδιος εθισμένος. Κόκα και πόρνες, κυρίως. Έφυγε νωρίς από το πάρτι αναζητώντας και τα δύο.

Τα ξέρω όλα αυτά γιατί ο Γέρος ήταν ο δικός μου γέρος και στα έξι μου τον έβλεπα να φεύγει.

Τον πατέρα μου και εμένα μας χωρίζει μόνο ένα επίθετο, Big Tony, Little Tony, και όταν ήμουν πραγματικά μικρός κάναμε περιοδεία στο Μαϊάμι με τα μαυρίσματα μας, τα ανεμοδαρμένα ξανθά μαλλιά μας και τα μαγιό Lacoste. Στον πατέρα μου άρεσε το daiquiris, άνευ για μένα και με ένα επιπλέον σφηνάκι ρούμι για εκείνον. Του άρεσαν επίσης τα κορίτσια και του άρεσε το πόσο προσιτός ήταν με ένα μικρό παιδί που κοιτούσε έκπληκτο από το διπλανό σκαμπό. Το πρώτο του ποτό θα εξαφανιζόταν τόσο γρήγορα όσο ένα φλιτζάνι πάγου που λιώνει στο ζεστό αεράκι. Αλλά θα έπινε και το δεύτερο, πιέζοντας τα μαύρα γυαλιά αεροπόρου στο πρόσωπό του. Η φάτσα του γίνονταν ενδιαφέρουσα τότε, τα χαρακτηριστικά του γίνονταν πιο απαλά και άρχιζε να μιλάει στους ανθρώπους. Στον μπαμπά άρεσαν ιδιαίτερα οι γκαρσόνες.

Γκαρσόνα: “Θα θέλατε να δείτε το ειδικό μενού γαρίδας;

Μπαμπάς: “Θα ήθελα να κάνω ένα ντους μαζί σου”.

Αν καπνίζατε κολομβιανή κάνναβη στις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80, σας χρωστάω μια ευχαριστήρια κάρτα. Πληρώσατε για τα μαθήματα κολύμβησης, μου αγοράσατε το πρώτο μου γάντι του μπέιζμπολ και με κρατήσατε στο καλύτερο ιδιωτικό σχολείο στη νότια Φλόριντα, μαζί με τους εγγονούς του Προέδρου Τζορτζ Χ. Β. Μπους, τουλάχιστον για λίγο καιρό. Αλλά η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν γνώρισα πραγματικά τον πατέρα μου, ούτε ως άντρα, ούτε ως άτομο διαφορετικό από την φιγούρα ενός αφηρημένου ειδώλου. Για τα πρώτα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας, ήταν κάποιος που λάτρευα. Μου έμαθε πώς να χτυπάω στο μπέιζμπολ, να διαβάζω εφημερίδα και να ξυρίζομαι (χωρίς την λεπίδα). Όταν ήμουν αρκετά μεγάλος για να νοιάζομαι για αυτά τα πράγματα, είχε φύγει προ πολλού, αφήνοντας πίσω του μόνο ιστορίες.

Στο Γκραν Κάνυον, με άφησε να συρθώ μέχρι την άκρη για μια καλύτερη ματιά. Κατά την διάρκεια ενός ταξιδιού στην Νέα Υόρκη τον χειμώνα, με προκάλεσε, τεσσάρων ετών, να γλείψω μια τσουλήθρα στο Central Park. Η μητέρα μου έπρεπε να ρίξει ζεστό καφέ στην γλώσσα μου για να ξεκολλήσει από την μεταλλική επιφάνεια. Στο Disney World με άφησε να βλέπω ταινίες μόνος μου στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, όπου απαντούσα σε τηλέφωνο στην μητέρα μου ενώ εκείνος γύρναγε στα μπαρ. Στο Μαϊάμι μερικές φορές παίζαμε μπέιζμπολ χρησιμοποιώντας ένα μεγάλο πορτοκαλί ρόπαλο, το οποίο σίγουρα ήταν εύκολο να χτυπήσεις αλλά όχι τόσο επιεικές. Το ρόπαλο αναπήδησε δυνατά από την μπάλα, ακριβώς στο στόμα μου. Έμοιαζε με ταινία τρόμου όταν άναψα το φως στο μπάνιο.

Ως μεγαλύτερο παιδί στο Μαϊάμι, αν με ρωτούσες για τον πατέρα μου, θα σου έλεγα ότι δεν μπορεί να έρθει την ημέρα παρουσίασης. Θα πρέπει να χάσει το brunch πατέρα-γιου. Η δουλειά του βρίσκεται στην Νέα Αγγλία, όπου διεξάγονται όλες οι δημοπρασίες επίπλων αντίκες ή βρίσκεται στο Βερμόντ αυτόν τον μήνα, όπου ασχολείται με τα μεσιτικά. Μπορεί να έλεγα ότι είναι στο Κι Γουέστ και τα χειμερινά σπορ ή στο St. Tomas σε στολή κατάδυσης. Αν ήμασταν φίλοι, μπορεί να σου έλεγα ότι ήταν σε αποτοξίνωση και αυτή θα ήταν ίσως και η πιο αληθινή απάντηση.

Ποτέ δεν έμαθα την πλήρη αλήθεια. Για το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου, είχα μόνο αποκόμματα πληροφοριών για τον πατέρα μου. Κάποια ήταν διασκεδαστικά, σαν τους streamers που άφησαν πίσω τους μετά από ένα πάρτι. Άλλα ήταν σκοτεινά, σαν νυχτερίδες που βγαίνουν από το στόμιο μιας μη χαρτογραφημένης σπηλιάς. Η μητέρα μου σχεδόν ποτέ δεν μιλούσε γι’ αυτόν, αλλά ήξερα ότι έκανε ναρκωτικά, πουλούσε κάνναβη, κοιμόταν οπουδήποτε και έφτανε στον πάτο τόσο πολύ που οι φίλοι τον θεωρούσαν νεκρό πολύ πριν τα σαράντα του. Η μητέρα μου με συμβούλεψε να τον θεωρώ νεκρό επίσης. Αλλά έκανα το αντίθετο.

Ως έφηβος, αποσύρθηκα από αυτή την εικόνα του πατέρα μου ως ένα βίαιο χάος και άρχισα να χτίζω μια καλύτερη εκδοχή στο μυαλό μου. Ένα αγόρι που πονάει από καρδιάς μπορεί να συνθέσει μια μικρή, εικαστική ιστορία ανδρισμού από μερικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες και ένα μαχαίρι που άφησε πίσω του σε ένα συρτάρι. Αυτό ήταν το στυλ της δικής μου φαντασίας: Είπα στους ανθρώπους ότι ο πατέρας μου ήταν μια διασταύρωση μεταξύ του Tony Montana και του Willy Loman, ένας μεγάλος έμπορος ναρκωτικών, που έγλειφε τις πληγές του κάπου στην Κολομβία. Θα μπορούσα να δεχτώ αυτό το όραμά του, και ούτως ή άλλως, το χρειαζόμουν για να επιβιώσω. Το γυμνάσιο είναι αρκετά δύσκολο χωρίς να χρειάζεται να αναρωτιέσαι και το από που κρατάει η σκούφια σου, τα μυαλά που έχεις κληρονομήσει.

Όταν ήμουν είκοσι, ένιωσα αρκετά εδραιωμένος για να αντιμετωπίσω την αλήθεια, γι’ αυτό τηλεφώνησα στον πατέρα μου. Αρνήθηκε να με δει. Μετά από μερικά γράμματα, άλλαξε γνώμη αλλά αρνήθηκα να τον δω εγώ. Καθένας από εμάς οπισθοχώρησε αντανακλαστικά, σαν να έκλεινε την πόρτα ενός κατειλημμένου μπάνιου.

Ήμουν σχεδόν τριάντα και για χρόνια ήμουν ήδη στην δημοσιογραφική μου καριέρα, πριν να είμαι έτοιμος να ξαναμιλήσω με τον πατέρα μου. Κοιτάζοντας πάνω από ένα σημειωματάριο αυτή τη φορά, τον είδα ως χαρακτήρα σε μια μεγαλύτερη ιστορία για παρανόμους. Σε μια ψηφιακή εποχή, οι χάκερ και οι φαρσέρ του διαδικτύου είναι οι μανδύες, άνθρωποι των οποίων η δουλειά έχει τεράστια επιρροή αλλά σπάνια ρομαντική, σχεδόν ποτέ σέξι. Δεν υπάρχουν εντυπωσιακές όψεις, φωτογραφήσεις για εμπορική μπύρα, καμία παράδοση για πάρτι με κατανάλωση αλκοόλ και κυνήγι γυναικών, να τα κερδίζεις όλα και να τα χάνεις γρήγορα. Δεν υπάρχουν αθάνατα ποπ τραγούδια για τα πλήκτρα του υπολογιστή.

Και αυτό το έλλειμμα εγκληματικού δέους, όπως το είδα, ήταν το πιο έντονο στον κλάδο της κάνναβης, όπου οι θαλαμηγοί και οι αλήτες της παραλίας όπως ο πατέρας μου έχουν αντικατασταθεί από επιχειρηματίες και βοτανολόγους. Το μπρονζέ δέρμα και τα μαλλιά στο χρώμα του καλαμποκιού έχουν ξεθωριάσει. Εκεί που κάποτε υπήρχε η συγκίνηση των ξένων τόπων, των σκαφών με διαρροές και των κρυφών σπιτιών αποθήκες κάνναβης στα προάστια, τώρα υπάρχουν εσωτερικές καλλιέργειες από “θάλασσες από πράσινο” και νόμιμα κανάλια τροφοδοσίας της αγοράς. Πιστεύω ότι κάτι χάθηκε σε αυτή την μεταστροφή. Η κάνναβη είναι αναμφισβήτητα πολύ καλύτερη σήμερα, κάθε μπουμπούκι είναι ένας πράσινος πολυέλαιος από κρυστάλλους που χτυπούν το κεφάλι, αλλά πλέον είναι και απείρως λιγότερο ενδιαφέρον όλο αυτό.

Πολλοί από τους παλιούς λαθρεμπόρους-εμπόρους έχουν καταλήξει στην ίδια συνειδητοποίηση. Βλέπουν τον εαυτό τους ως τους τελευταίους μεγάλους παράνομους, έναν λαό για τον οποίο οι πειρατές είναι είδωλα και η εγκληματική ζωτικότητα είναι το μόνο αξιόλογο είδος. Βλέπουν τους εαυτούς τους ως ήρωες, με άλλα λόγια, δίκαιους κυνηγούς μιας ανόητης απαγόρευσης. Και σίγουρα ελπίζουν ότι θα συμφωνήσεις. Ο πατέρας μου και τα μέλη του δακτυλίου του δεν διαφέρουν, γι’ αυτό σχεδόν όλοι ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν μαζί μου. Ένα σημάδι του πόσο λίγα πράγματα αλλάζουν είναι ότι όλοι εκτός από τον πατέρα μου μου ζήτησαν να μεταμφιέσω αυτά που είπαν για να τα κρύψω. Ήμουν χαρούμενος που το έκανα. Αυτοί οι φίλοι και η οικογένεια μου έχουν δώσει μια αληθινή ιστορία αν όχι μια τιμητική παραχώρηση. Είναι ένα δημόσιο έπος γεμάτο με πραγματική λεία πειρατών: περισσότερα από ένα εκατομμύριο δολάρια χαμένα, θαμμένα ή κλεμμένα. Είναι επίσης μια ιδιωτική ενασχόληση που είναι πιο σημαντική για μένα κάθε μέρα.

Βλέπεις, πρόσφατα έγινα πατέρας ο ίδιος. Είχαμε ένα αγόρι και δεν πέρασε πολύς χρόνος για να δω τι αντιμετώπιζα. Στην πραγματικότητα, την πρώτη μου Γιορτή του Πατέρα, το μωρό μου γύρισε σπίτι από τον παιδικό σταθμό με ένα προεκτυπωμένο ποίημα, ένα ασήμαντο που ονομάζεται “Footprints(ίχνη). Εκατομμύρια μπαμπάδες είχαν πιθανώς στα χέρια τους τις ίδιες αράδες, ρίχνοντας τους μόνο μια λοξή ματιά πριν το δείπνο. Αλλά το ποίημα έβαλε μικροσκοπικά ραβδιά δυναμίτη πίσω από τα μάτια μου. Περιέχει κάθε αμετάβλητη αλήθεια που η κοινωνία μας πιέζει, και φοβάμαι, σχετικά με τους πατέρες και τους γιους που μιμούνται ο ένας τον άλλον από γενιά σε γενιά. Τελειώνει με την πιο οδυνηρή ιδέα από όλες, μια επανάληψη από αυτές τις αράδες λέει: “Περπάτα λίγο πιο αργά, μπαμπά, γιατί πρέπει να σε ακολουθήσω”. Νομίζω ότι αυτό το “πρέπει” είναι που με χτύπησε πραγματικά στην καρδιά.

Για την ιστορία, δεν με λένε Anthony, ούτε στο πιστοποιητικό γέννησής μου ούτε και στη ζωή μου. Αλλά ο πατέρας μου εξακολουθεί να με στοιχειώνει, με κάνει να τρομάζω για τα γονίδια που κουβαλάω και για τον άντρα που μπορεί να γίνω. Πρέπει να υπάρχει διέξοδος από αυτόν τον βρόχο, αποφάσισα, οπότε μια μέρα άρχισα να το βρω στο τόξο της ανόδου και της πτώσης του πατέρα μου. Αυτή είναι μια προσωπική ιστορία αλλά και μια ιστορία αλλαγής γενεών, ταλέντων που σπαταλήθηκαν και ταλέντων που εξαργυρώθηκαν. Είναι συγκεκριμένο για την εμπειρία του πατέρα μου, αλλά και αντιπροσωπευτικό αυτού που πιστεύω ότι πολλά παιδιά της δεκαετίας του ‘70 και του ‘80 αισθάνονται ως απόγονοι της Great Stoned Age, της μεγαλύτερης έκρηξης χρήσης παράνομων ουσιών που έχει καταγραφεί ποτέ. Προσπάθησα να γράψω ένα ευρύ χρονικό της Αμερικής για το κάπνισμα της κάνναβης και την λήψη ουσιών παρά για έναν κλειστό κύκλο οικογενειακής θλίψης. Όλοι γνώριζαν έναν έμπορο ναρκωτικών τότε. Αυτή είναι η ζωή ενός από αυτούς και, από φαρμακολογική άποψη, η ιστορία όλων μας.

Περιεχόμενα

I. Εισπνοή

  • 1. Το άλμα
  • 2. Ο έμπορος McDope και η χρυσή εποχή της κάνναβης
  • 3. Ο Γέρος
  • 4. Ο πειρατικός κώδικας

II. Εκπνοή

  • 5. Three Little Blond Boys
  • 6. Η ζωή των πειρατών
  • 7. Η τελευταία απάτη

III. Κατεβαίνοντας

  • 8. Τον πιάσανε
  • 9. Big Tony, Little Tony
  • 10. Επανένωση

The Last Pirate – A father, his son, and the golden age of marijuana (2014) [Ο τελευταίος πειρατής – Ένας πατέρας, ο γιος του και η χρυσή εποχή της κάνναβης](το βιβλίο σε μορφή αρχείου PDF)

Σχετικά

Cannalib Bot

Cannalib Bot

Online
Γεια σας! Είμαι εδώ να σας βοηθήσω! Πληκτρολογείστε ότι θέλετε να βρείτε!

📲 Εγκατάσταση στο iPhone σας

Πατήστε το κουμπί Κοινοποίηση (Share) και μετά "Προσθήκη στην οθόνη αφετηρίας".